Νοέ 272017
 

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ  ΙΛΛΥΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΑΥΛΑΝΤΙΝΩΝ, (ΙΟΥΝΙΟΣ –  ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΟΥ 335 π.Χ.Χ.), ΣΤΗΝ ΠΕΔΙΑΔΑ ΤΗΣ ΚΟΡΥΤΣΑΣ, ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΕΛΛΙΟΝ

Έχοντας εξασφαλίσει την υποταγή των βόρειων λαών και φυλών, (Γέτες), ο βασιλιάς Αλέξανδρος, καθόρισε τα βόρεια όρια της Μακεδονίας μέχρι τον Ίστρο ποταμό και ξεκίνησε την επιστροφή προς την Μακεδονία, μέσω της περιοχής των συμμάχων του Αγριάννων, (κατοικούσαν στην πεδιάδα γύρω από την σημερινή πρωτεύουσα της Βουλγαρίας Σόφια μέχρι και τα παράλια του νομού Σερρών).

Καθώς προχωρούσε ήρθαν αγγελιοφόροι και του ανακοίνωσαν, ότι οι Ιλλυριοί (έμεναν στο σημερινό Κοσσυφοπέδιο και την Βόρειο Ήπειρο, πέρα από την λίμνη Οχρίδα, όπου τους είχε απωθήσει ο Φίλιππος Β’) με τον βασιλιά τους Κλείτο, γιο του Βαρδύλη αποστάτησαν και ότι είχαν συμμαχήσει με τον βασιλιά Γλαυκία  των Ταυλαντίνων, (κατοικούσαν στην περιοχή της Επιδάμνου, το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), ετοίμαζαν να επιτεθούν στην Μακεδονία.

Ο Κλείτος ήδη είχε καταλάβει την πόλη Πέλλιο στην περιοχή της σημερινής Κορυτσάς. Επίσης πληροφορήθηκε και ότι είχαν συνεννοηθεί και με τους Αυταριάτες (κατοικούσαν στην σημερινή Βοσνία), θα του έκαναν επίθεση στον δρόμο καθώς θα πήγαινε προς το Πέλλιο (έτσι την ονομάζει ο Αρριανός, και όχι Πήλιο όπως γράφουν οι νεότεροι συγγραφείς). Εν τω μεταξύ, ο βασιλιάς των  Αγριάννων Λάγγαρος είχε ήδη στείλει πρεσβεία φιλίας στον Αλέξανδρο και καθώς η στρατιά του Αλέξανδρου είχε εισέλθει στην περιοχή του, πήγε και τον συνάντησε ο ίδιος, με ακολουθία καλά οπλισμένων υπασπιστών του και τμήμα στρατού. Ο Αλέξανδρος ρώτησε τι ήταν οι Αυταριάτες και τι στρατό είχαν. Ο Λάγγαρος του είπε, ότι οι Αυταριάτες ήταν ένας απόλεμος λαός και ότι δεν πρέπει να τον απασχολούν, διότι ο ίδιος θα εισέλθει στην χώρα τους και θα τους υποχρεώσει να ασχοληθούν με τα εσωτερικά τους θέματα και όχι με τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος λοιπόν του είπε να εισβάλει στην χώρα των Αυταριατών αμέσως και έτσι και έγινε. Ο Λάγγαρος επιτέθηκε και λεηλάτησε την χώρα τους. Έτσι οι Αυταριάτες συμμαζευτήκαν και ο Λάγγαρος τιμήθηκε, από τον Αλέξανδρο, με ευχαριστήρια δώρα, για την βοήθεια και την φιλία του, ενώ επιπλέον του υποσχέθηκε να του δώσει σε γάμο την αδελφή του Κύνα με την πρώτη επίσκεψη του στην Πέλλα , (όμως μετά από λίγο ο Λάγγαρος πέθανε, και έτσι δεν έγινε αυτός ο γάμος). Έτσι ο Αλέξανδρος κινήθηκε απερίσπαστος, για να αντιμετωπίσει τους ενωμένους Ιλλυριούς. Ξεκίνησε λοιπόν ο Αλέξανδρος με γρήγορη κάθοδο και βαδίζοντας στην χώρα των Παιόνων (πεδιάδα του Αξιού γύρω και κάτω από τα σημερινά Σκόπια), κατά μήκος του ποταμού Εριγόνα (παραπόταμο του σημερινού Αξιού), πέρασε από το σημερινό Μοναστήρι, πέρασε κοντά από την Καστορία, προς τον δρόμο της Κορυτσάς, από το πέρασμα της Κρυσταλλοπηγής και κινήθηκε προς βορρά, κατά μήκος του Εορδαϊκού ποταμού, (σημερινό όνομα Δεβόλης), στην μικρή πεδιάδα του Poloske προς την νοτιοδυτική αιχμή της λίμνης Μικρής Πρέσπας, με κατεύθυνση προς την ισχυρή πόλη της περιοχής Πέλλιο, την οποία είχε καταλάβει και είχε οχυρωθεί ο Κλείτος με σημαντικές δυνάμεις  περιμένοντας και βοήθεια από επίσης ισχυρές δυνάμεις του Γλαυκία που δεν είχαν ακόμη φθάσει.

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΤΟ ΠΕΛΛΙΟΝ

Η πόλη Πέλλιον, βρισκόταν στην Βόρειο Ήπειρο, (σημερινή νοτιοανατολική Αλβανία) στην περιοχή της Κορυτσάς. Η ακριβής θέση της πόλης, δεν έχει καθοριστεί. Από σύγχρονους μελετητές, έχουν προταθεί τρεις πιθανές θέσεις της, γύρω από την νότια αιχμής της λίμνης Μικρής Πρέσπας, στο στενό Τσαγκόνι ( “πέρασμα του Λύκου” ) , από δυτικά στην κοιλάδα της Κορυτσάς και από ανατολικά στην μικρή πεδιάδα Poloske. Στο σχήμα δίνονται οι τρεις αυτές τοποθεσίες:

Ο Kiepert, θεωρεί ότι το Πέλλιο βρισκόταν στην θέση Πέλλιο 1, 2,5 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά του στενού Τσαγκόνι στο σημερινό χωριό Πλίασα – Plasë).

Ο Σαράντης στο βιβλίο του “Αρχαία Μακεδονία” , τόμος ΙΙΙ, τοποθετεί το Πέλλιο στην θέση Πέλλιο 2, τέσσερα χιλιόμετρα από το στενό Τσαγκόνι, νοτιοανατολικά, στο σημερινό αλβανικό χωριό Vranisht.

Ο Ν.G.L. Hammond στο βιβλίο του “Ιστορίας της Μακεδονίας” , τόμος Ι, θεωρεί ότι το Πέλλιο βρισκόταν στην θέση Πέλλιο 3 (στην σημερινή πόλη ΒίγλισταBilisht). 

Επίσης ο Α.Β.Boswoth, στο βιβλίο του “Κατακτήσεις και Αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου” , επιλέγει σαν πιθανή τοποθεσία της πόλης Πέλλιο, στην πεδιάδα της σημερινής Φλώρινας στην καρδιά της Λυγκιστίδας, κάτι τέτοιο όμως, απέχει αρκετά από την αφήγηση του Αρριανού στην οποία σαφώς αναφέρεται η στρατοπέδευση του στρατού του Αλέξανδρου στον ποταμό Εορδαϊκό – Δεβόλη, αλλά και από το γεγονός ότι η Λυγκηστίδα, ήταν στην Μακεδονία και σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε επέμβει ο Αντίπατρος με τις δυνάμεις που του είχε αφήσει ο Αλέξανδρος για να ελέγχει τέτοιες καταστάσεις. Η πιθανότερη εκδοχή για την θέση του Πελλίου είναι ότι το Πέλλιο πρέπει να βρισκόταν ακριβώς στην θέση της σημερινής Κορυτσάς, διότι η εκδοχή αυτή ταιριάζει ακριβώς με την περιγραφή των επεισοδίων και μαχών που ακολούθησαν, από τον Αρριανό. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο εξής σκεπτικό:  δεν μπορούσε το Πέλλιο να βρισκόταν στην κοιλάδα του Poloske, διότι δεν ταιριάζουν οι κινήσεις, ούτε του Φιλώτα, το Πέλλιο δεν θα μπορούσε να βρίσκεται πολύ κοντά στο στενό Τσαγκόνι στην κοιλάδα της Κορυτσάς (Πέλλιο 1), για δύο λόγους, ο Αλέξανδρος είχε από την πρώτη μέρα στρατοπεδεύσει έξω από τα τείχη του Πελλίου και άρα έλεγχε πλήρως το στενό Τσαγκόνι και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να το υπερφαλαγγίσει αμέσως ο Γλαυκίας για να κλείσει τον δρόμο στον Φιλώτα. Προφανώς λοιπόν το Πέλλιο, όπου βρισκόταν ο Αλέξανδρος που το πολιορκούσε τότε, πρέπει να ήταν αρκετά χιλιόμετρα μακριά, (δηλαδή στην Κορυτσά που απέχει δεκατρία χιλιόμετρα από το στενό Τσαγκόνι), ώστε ο Γλαυκίας να κινηθεί βορειοανατολικά προς το στενό και να το κλείσει, για να χτυπήσει στην επιστροφή τον Φιλώτα.

Επίσης αν το στρατόπεδο ήταν κοντά στο στενό, τότε ποιος ο λόγος να στρατοπεδεύσουν πρόχειρα έξω από το Πέλλιο, οι ενωμένες δυνάμεις Γλαυκία και Κλείτου, (όταν δέχθηκαν την τελική, αιφνιδιαστική, επίθεση του Αλέξανδρου, μετά την υποχώρηση του από το στενό πέρασμα που τους έπιασε στον ύπνο), αφού θα μπορούσαν να βρίσκονται στο υποτιθέμενο κοντινό οχυρωμένο Πέλλιο; Επίσης, η υποχώρηση του Αλέξανδρου είχε νόημα μόνο προς την κατεύθυνση από την οποία είχε έλθει, δηλαδή νότια στην κοιλάδα του Poloske, άρα από εκεί επέστρεψε ο Αλέξανδρος για να τους χτυπήσει όταν είχαν κοιμηθεί στον καταυλισμό τους και κατά συνέπεια πέρασε το στενό από ανατολικά προς τα δυτικά, κάτι που συμφωνεί και με την φυγή του Γλαυκία και του Κλείτου προς τα βορειοδυτικά (προς το σημερινό Δυρράχιο, που ήταν η περιοχή του Γλαυκία), δηλαδή προς την περιοχή από την οποία είχαν έρθει. Επίσης ο Φιλώτας πηγαίνοντας να φέρει εφόδια, θα πρέπει να γύρισε προς τα πίσω (περνώντας από το στενό Τσαγκόνι), σε ελεγχόμενα εδάφη και όχι να πάει προς την κοιλάδα της Κορυτσάς (περνώντας από το στενό Τσαγκόνι), από όπου είχε έρθει ο Γλαυκίας και άρα ήταν περιοχή κινδύνου. (ΦΩΤ.1)

 Ένα επιπρόσθετο επιχείρημα είναι και το εξής, αφού το Πέλλιον ήταν η μεγαλύτερη και ισχυρότερη πόλη της περιοχής, προφανώς θα πρέπει να βρισκόταν στην πλουσιότερη και μεγαλύτερη πεδιάδα της Κορυτσάς και όχι στην μικρή και φτωχότερη πεδιάδα του Pοloske. Άλλωστε αυτός είναι και σήμερα ο λόγος που βρίσκεται εκεί η Κορυτσά, ως η μεγαλύτερη πόλη της περιοχής. 

Η περιγραφή που ακολουθεί, είναι αυτή ακριβώς που αναφέρει ο Αρριανός, (προσαρμοσμένη στην θεώρηση ότι το Πέλλιον, βρισκόταν στην θέση της σημερινής Κορυτσάς).

Την πρώτη μέρα, οι Ιλλυριοί που είχαν καταλάβει στρατηγικά σημεία της περιοχής και ήταν καλά οχυρωμένοι, γύρω από το στενό πέρασμα Τσαγκόνι, που οδηγεί από την πεδιάδα του Polοske στην πεδιάδα της Κορυτσάς. Βλέποντας τον Αλέξανδρο να πλησιάζει με το στρατό του, έκαναν θυσίες στις οποίες θυσίασαν, τρία αγόρια, τρία κορίτσια και τρία μαύρα κριάρια και όρμισαν. Στην συμπλοκή που ακολούθησε, υπέστησαν πανωλεθρία και εγκατέλειψαν βιαστικά τις θέσεις τους, αφήνοντας τα σφάγια της θυσίας στο χώμα.

Ο στρατός του Αλέξανδρου τους κυνήγησε και αυτοί απωθήθηκαν, περνώντας το στενό Τσαγκόνι, μέχρι που κλείστηκαν στην οχυρωμένη πόλη του Πελλίου που βρισκόταν στην πεδιάδα της Κορυτσάς.

Ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη του Πελλίου και αποφάσισε να τους αποκλείσει εκεί, κατασκευάζοντας τείχος γύρω από την πόλη. (ΦΩΤ.2)

Όμως την επόμενη δεύτερη μέρα έφτασε στην περιοχή και ο Γλαυκίας, ο βασιλιάς των Ταυλαντίων, που είχε ξεκινήσει από την περιοχή της Επιδάμνου, (σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας) με ισχυρές δυνάμεις. Ο Αλέξανδρος αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε άμεσα να  κυριεύσει την πόλη και χρειάζονταν χρόνο, τρόφιμα και ενισχύσεις, διότι μέσα σε αυτήν είχαν οχυρωθεί πολλές δυνάμεις Ιλλυριών υπό τον Κλείτο και από βορειοδυτικά, είχαν έρθει και οι ισχυρές δυνάμεις του Γλαυκία με τους Ταυλαντίους, οι οποίοι θα του επιτίθεντο από πίσω, αν ξεκινούσε την επίθεση στα τείχη της πόλης.

Για να εφοδιαστεί με τρόφιμα έστειλε τον Φιλώτα, με προφυλακή όσους ιππείς χρειαζόταν για την ασφάλεια των μεταγωγικών να φέρει τρόφιμα μέχρι το βράδυ, από κοντινές περιοχές.

Ο Γλαυκίας όμως μόλις πληροφορήθηκε την κίνηση των ανδρών του Φιλώτα, ορμάει και καταλαμβάνει τα γύρω βουνά και τους λόφους από τους οποίους θα περνούσε ο Φιλώτας για να ανεφοδιαστεί. (ΦΩΤ.3)Ο Αλέξανδρος μαθαίνει ότι οι ιππείς και τα μεταγωγικά του Φιλώτα κινδυνεύουν, καθώς θα έφτανε η νύχτα, πήρε μαζί του τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάννες μαζί με τετρακόσιους ιππείς και έτρεξε να τους βοηθήσει, αφήνοντας τον υπόλοιπο στρατό να πολιορκεί το Πέλλιον, για να μην βγούνε οι Ιλλυριοί του Κλείτου και ενωθούνε με τις δυνάμεις του Γλαυκία.

Ο Αλέξανδρος φθάνει τον Φιλώτα και επιστρέφουν μαζί με ασφάλεια στο στρατόπεδο των Μακεδόνων έξω από το Πέλλιον.(ΦΩΤ.4)

Οι δυνάμεις του Γλαυκία και του Κλείτου, πίστευαν ότι ο στρατός του Αλέξανδρου, είχε αποκλειστεί στα δύσβατα αυτά μέρη, διότι τα ψηλά βουνά τα κατείχαν οι ίδιοι με πολλούς ιππείς, πολλούς ακοντιστές, τοξότες και με αρκετούς βαριά οπλισμένους στρατιώτες, οπότε είχαν τον έλεγχο της κατάστασης, αφού ο στρατός του Αλέξανδρου ήταν περιτριγυρισμένος από παντού μέσα στην κοιλάδα της Κορυτσάς, με περιορισμένα τρόφιμα, και θα ήταν αναγκασμένος κάποια στιγμή να αποχωρήσει, εγκαταλείποντας την πόλη, οπότε θα έβγαινε στην μάχη και ο στρατός του Κλείτου που ήταν μέσα στην πόλη και συντονισμένοι όλοι μαζί θα του επιτίθονταν, καθώς ο Αλέξανδρος ήταν υποχρεωμένος να περάσει, αφήνοντας την κοιλάδα της Κορυτσάς, υποχωρώντας από το στενό πέρασμα Τσαγκόνι, όπου από την βόρεια πλευρά του περάσματος κυλούσε ο Δεβόλης ποταμός κάτω από το βουνό Ιβάν και από την νότια πλευρά του περάσματος υψωνόταν οι γκρεμοί του ψηλού βουνού Μοράβα.

Σε εκείνο το σημείο δεν μπορούσε ο στρατός να παραταχθεί ούτε σε μέτωπο τεσσάρων ασπίδων για να το διαβεί. Εκεί λοιπόν θα τον χτυπούσαν από παντού, χωρίς αυτός να μπορεί να αξιοποιεί την δύναμη της φάλαγγας. Από δυτικά του στενού οι δυνάμεις των Ιλλυριών που θα έβγαιναν από την πόλη με τον Κλείτο και από ανατολικά και από πάνω τα βουνά Ιβάν και Μοράβα, οι δυνάμεις του Γλαυκία που ήδη είχαν καταλάβει τα περάσματα, καθώς ο Αλέξανδρος ήταν απασχολημένος με την πολιορκία του Πελλίου.

Την επόμενη, τρίτη μέρα, καθώς ο Αλέξανδρος ήταν περικυκλωμένος μέσα στην πεδιάδα της Κορυτσάς, για να μην μείνει άπρακτος στην επικίνδυνη αυτή θέση, αποφασίζει τελικά να διέλθει το στενό Τσαγκόνι, επιστρέφοντας προς τα πίσω για να εφοδιαστεί με τρόφιμα περιμένοντας τις ενισχύσεις στην πεδιάδα του Poloske. Έτσι αποφασίζει να σπάσει τον κλοιό του στρατού του Γλαυκία, ο οποίος είχε καταλάβει τους γύρω λόφους, μεταξύ αυτών και αυτούς τους λόφους που βρισκόταν στον δρόμο του καθώς ξεκίνησε προς το στενό Τσαγκόνι στους πρόποδες του βουνού Μοράβα. Καθώς έφτασε στο σημείο της πεδιάδας που βρισκόταν μπροστά από τους πρώτους λόφους που ήταν μαζεμένοι αρκετοί Ταυλαντίνοι, άρχισε να οργανώνει το στρατό με την μορφή εντυπωσιακής παρέλασης ασκήσεων ακριβείας. Παράταξε την φάλαγγα σε βάθος εκατόν είκοσι  ανδρών (120), ενώ τοποθέτησε εκατέρωθεν αυτής διακόσιους (200) ιππείς. Παρήγγειλε να τηρούν σιγή εκτελώντας με ταχύτητα και συντονισμένα τα παραγγέλματα του. Αρχικά έδωσε την διαταγή να κρατούν οι οπλίτες τα δόρατα κατακόρυφα προς τα πάνω, στην συνέχεια να τα προβάλλουν προς τα μπρος, μετά από λίγο προς τα δεξιά, και ύστερα προς τα αριστερά. Την ίδια την φάλαγγα την προώθησε με ταχύτητα και ορμή προς τα μπροστά. Στην συνέχεια την έστρεψε μια προς τους ιππείς που ήταν στα δεξιά  και μία προς τους ιππείς που ήταν προς τ’ αριστερά, αλλάζοντας συνεχώς την διάταξη του μετώπου της. Τακτοποίησε τις τάξεις του στρατού σε ελάχιστο χρόνο και αφού έδωσε σχήμα εμβόλου στο αριστερό μέρος της φάλαγγας όρμισε προς τους εχθρούς που χάζευαν αποσβολωμένοι από τους λόφους τις επιδείξεις ακριβείας. Με το που είδαν οι Ιλλυριοί εκείνη την καλοκουρδισμένη πολεμική μηχανή του Αλέξανδρου να χιμάει με αλαλαγμούς και χτυπήματα των δοράτων στις ασπίδες, πανικοβλήθηκαν και άλλοι σκόρπησαν και οι περισσότεροι έτρεξαν βιαστικά να σωθούν στην οχυρωμένη πόλη. Τότε ο Αλέξανδρος παρατήρησε ότι κάποιοι από τους Ταυλαντίνους, κατείχαν έναν ακόμη λόφο που βρισκόταν κοντά στο στενό πέρασμα από το οποίο επρόκειτο να περάσει ο στρατός του. Έτσι έδωσε εντολή στους σωματοφύλακες του και τους εταίρους του, να πάρουν τις ασπίδες τους να ανέβουν στα άλογα και να τρέξουν να καταλάβουν τον άλλον λόφο και αν συναντούσαν αντίσταση από τους εχθρούς οι μισοί να κατέβουν από τα άλογα και να πολεμήσουν σαν πεζικό και οι άλλοι μισοί να μάχονται σαν ιππικό. Όταν όμως οι εχθροί είδαν την ορμή του Αλεξάνδρου, εγκατέλειψαν αμαχητί τον λόφο και τράπηκαν σε φυγή, σκορπίζοντας ανάμεσα στα δύο βουνά, (στα βουνά Ιβάν και Μοράβα). Έτσι αφού οι εταίροι κατέλαβαν τον λόφο αυτό, ο Αλέξανδρος έστειλε και κάλεσε τους Αγριάνες και τους τοξότες που ήταν δύο χιλιάδες. (ΦΩΤ.5) Διέταξε τους υπασπιστές του να περάσουν το ποτάμι από το στενό Τσαγκόνι, και από πίσω να περάσουν οι υπόλοιπες τάξεις του Μακεδονικού στρατού. Και μόλις περάσουν να παραταχθούν με τις ασπίδες, ώστε η φάλαγγα να φαίνεται πυκνή. Ο ίδιος από προωθημένη θέση πάνω στο βουνό έλεγχε τις κινήσεις των δυνάμεων του εχθρού. Οι Ταυλαντίνοι που ήταν διασκορπισμένοι στα γύρω βουνά, και από την μεριά της πόλης, μόλις είδαν τον στρατό του Αλεξάνδρου να περνάει το ποτάμι στο στενό, βγήκαν από τα βουνά οργανώθηκαν και άρχισαν να επιτίθενται  στους τελευταίους που περνούσαν το ποταμό μαζί με τον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος μαζί με τους άνδρες που ήταν μαζί του, γύρισε προς τα πίσω και εφόρμησε προς τους Ταυλαντίνους που ερχόταν από εκεί, ενώ ταυτόχρονα η φάλαγγα, που ήδη είχε περάσει τον ποταμό, προς την αντίθετη κατεύθυνση έβγαλε πολεμική ιαχή, δίνοντας την εντύπωση ότι και αυτή επιτίθεται από την μεριά του ποταμού. Οι εχθροί φοβήθηκαν, νομίζοντας ότι τους επιτίθενται πολλοί και έκαναν μεταβολή. Τότε ο Αλέξανδρος βρήκε την ευκαιρία και οδήγησε τους Αγριάννες και τους τοξότες που είχε μαζί του τρέχοντας να περάσουν τον ποταμό, πριν οι εχθροί επανακάμψουν και τους επιτεθούν πάλι. Αφού πέρασε πρώτος ο Αλέξανδρος το ποτάμι, αντιλαμβάνεται ότι οι εχθροί επιτίθενται στην οπισθοφυλακή που δεν είχε ακόμη περάσει το ποτάμι. Διατάζει αυτούς που χειρίζονταν τις βλητικές μηχανές από τις όχθες του ποταμού, και τους τοξότες να μπουν μέσα στο ποτάμι και να εξακοντίσουν τα βέλη τους προς τον εχθρό. Ο στρατός του Γλαυκία που επιτίθετο σταμάτησε σε απόσταση, και δεν τολμούσε να πλησιάσει μέχρι τα σημεία που έπεφταν τα βέλη. Ταυτόχρονα η οπισθοφυλακή των Μακεδόνων πέρασε το ποτάμι με ασφάλεια, χωρίς να σκοτωθεί ούτε ένας. (ΦΩΤ.6)

Την τρίτη, τέταρτη και πέμπτη μέρα ο Αλέξανδρος βρισκόταν στην πεδιάδα του Polοske.

Την έκτη μέρα από την αρχή της επίθεσης, ο Κλείτος και ο Γλαυκίας, νόμισαν ότι είχαν απαλλαγεί από τον Αλέξανδρο, καθώς σκέφτηκαν ότι τους είχε φοβηθεί γι΄αυτό και είχε υποχωρήσει, και είχαν στρατοπεδεύσει έξω από την πόλη, χωρίς να πάρουν τις απαραίτητες προφυλάξεις, ούτε προφυλακή είχαν βάλει, ούτε τάφρους είχαν ανοίξει. Το μαθαίνει αυτό ο Αλέξανδρος  και το ίδιο βράδυ, περνάει πάλι τον ποταμό από το πέρασμα Τσαγκόνι, απαρατήρητος έχοντας μαζί του τους υπασπιστές, τους τοξότες, τους Αγριάννες και τις τάξεις του Περδίκκα και του Κοίνου, ενώ είχε δώσει εντολή και στην υπόλοιπη στρατιά να ακολουθήσει. Συγκέντρωσε ικανές δυνάμεις και χωρίς να περιμένει και τους υπόλοιπους που περνούσαν το ποτάμι, όρμησε στο στρατόπεδο των εχθρών αιφνιδιάζοντας τους, με τους Αγριάνες τους τοξότες και την φάλαγγα. Άλλους τους έπιασαν στον ύπνο και τους σκότωσαν, έπιασαν και αρκετούς  αιχμάλωτους, οι υπόλοιποι πανικόβλητοι τράπηκαν σε άτακτη φυγή.

Ο Αλέξανδρος τους καταδίωξε μέχρι τα βουνά των Ταυλαντίων (μια απόσταση περίπου εκατό χιλιομέτρων). Εκείνο το βράδυ ο Κλείτος έδωσε διαταγή να πυρποληθεί η πόλη Πέλλιον, και όλοι έτρεξαν να σωθούν, προς τα μέρη των Ταυλαντίων από άλλο δρόμο για να αποφύγουν τον Αλέξανδρο. (ΦΩΤ.7)

Έτσι ο κίνδυνος της αποστασίας των Ελλήνων Ιλλυριών του Κλείτου και των Ταυλαντίων του Γλαυκία, εξέλειψε οριστικά, σε όλη την διάρκεια της βασιλείας του Αλεξάνδρου, καθώς υπάκουαν στον Αλέξανδρο, (τον οποίο ακολούθησαν στην εκστρατεία της Ασίας την επόμενη χρονιά).

Ο Αλέξανδρος, μετά την υποταγή του Γλαυκία τον άφησε στην θέση του υποτελή βασιλιά και πιθανώς το ίδιο έκανε και με τον Κλείτο. Μετά από τις επιχειρήσεις στο Πέλλιο, ο Αλέξανδρος, ξεκίνησε με μεγάλη ταχύτητα προς την Θήβα, όπου οι Γεφυραίοι των Θηβών είχαν αποστατήσει και πολιορκούσαν τους Μακεδόνες στην Καδμεία.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΑΚΕΔΩΝ

……………………………………………………………………………..

Προτείνουμε:

...