ΠΕΡΙ ΜΟΥΣΩΝ Θυγατέρες του Διός και της Μνημοσύνης οι Μούσες, οι «ΟΜΟΥ ΟΥΣΑΙ» ή «ΜΝΗΜΗΣ ΟΥΣΙΑΙ», γεννώνται εκ του Νου και γενούν τις Μαθήσεις, ζώντας στα όρη και στα άλση, επειδή ή μάθησις απαιτεί ηρεμίαν, ειρήνην και φυσικήν έμπνευσιν. Διδάσκαλος των Μουσών, είναι ο θεός του Φωτός, ο Μουσαγέτης Απόλλων, ο οποίος κρούοντας την λύραν του, δίδει σ’ αυτές την Μουσικήν και τις Επιστήμες και τις καθιστά προστάτιδες αυτών. Μόνον οι Μούσες μπορούν να νικήσουν τις Σειρήνες και να αποκόψουν τα φτερά των, όπως το έκαναν αντιμετωπίζοντάς τις στο μέρος της Κρήτης, το οποίον ονομάσθη Άπτερα ή Απτερία. Διότι μόνον με την έμπνευσιν των Μουσών, με τον νούν και την γνώσιν, αφοπλίζονται, απογυμνώνονται και καταπίπτουν οι νεφελώδεις και παραπλανητικές δοξασίες!
ΩΣ ΕΦΑΣΑΝ ΚΟΥΡΑΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΙΟΣ ΑΡΤΙΕΠΕΙΑΙ ΚΑΙ ΜΟΙ ΣΚΗΠΤΡΟΝ ΕΔΟΝ ΔΑΦΝΗΣ ΕΡΙΘΗΛΕΟΣ ΟΖΟΝ ΔΡΕΨΑΣΑΙ ΘΗΗΤΟΝ ΕΝΕΠΝΕΥΣΑΝ ΔΕ Μ’ ΑΟΙΔΗΝ ΘΕΣΠΙΝ, ΙΝΑ ΚΛΕΙΟΙΜΙ ΤΑ Τ’ ΕΣΣΟΜΕΝΑ ΠΡΟ Τ’ ΕΟΝΤΑΚΑΙ Μ’ ΕΚΕΛΟΝΘ’ ΥΜΝΕΙΝ ΜΑΚΑΡΩΝ ΓΕΝΟΣ ΑΙΕΝ ΕΟΝΤΩΝ, ΣΦΑΣ Δ’ ΑΥΤΑΣ ΠΡΩΤΟΝ ΤΕ ΚΑΙ ΥΣΤΑΤΟΝ ΑΙΕΝ ΑΕΙΔΕΙΝ.
ΑΛΛΑ ΤΙ “Η ΜΟΙ ΤΑΥΤΑ ΠΕΡΙ ΔΡΥΝ “Η ΠΕΡΙ ΠΕΤΡΗΝ; ……………….. Ας αρχίσουμε το τραγούδι με τις Μούσες τις Ελικωνιάδες που κατέχουν τον Ελικώνα, το ιερό και μεγαλόπρεπο βουνό και χορεύουν με τ’απαλά τους πόδια, γυρ’ από την κρήνη με τους μενεξέδες και τον βωμό του μεγαλοδύναμου γυιού του Κρόνου, και σαν λούσουν τα τρυφερά κορμιά τους στον Περμησσό ή στην Ιπποκρήνη ή στον σεβαστό Ολμειό, στην πιο ψηλή κορφή του Ελικώνα, στήνουν χορούς μαγευτικούς, βάζοντας δύναμη στα πόδια τους.
Κι από κει ξεπηδούν μεσ’ τη νύχτα, τυλιγμένες σε πυκνή ομίχλη και πηγαίνουν υμνώντας με πανέμορφη φωνή τον Δία τον Αιγίοχο, την Αργεία την Ήρα τη σεβαστή, τη χρυσοπέδιλη, και την κόρη του Αιγίοχου Δία, τη γλαυκομάτα Αθηνά, τον Φοίβο Απόλλωνα και την τοξεύτρα Άρτεμη, τον αφέντη της γης, τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα και τη σεμνή Θέμιδα, την παιχνιδοβλέφαρη Αφροδίτη και τη χρυσοστεφανωμένη Ήβη, την όμορφη Διώνη και τη Λητώ, τον Ιαπετό και τον δόλιο Κρόνο, την Ηώ και τον μέγα Ήλιο, τη λαμπρή Σελήνη και τη Γαία, τον Ωκεανό τον μέγα και τη μαύρη Νύχτα και την ιερή γενιά των αιώνιων άλλων αθανάτων.
Αυτές δίδαξαν κάποτε στον Ησίοδο ένα όμορφο τραγούδι, καθώς έβοσκε τ’ αρνιά του κάτω απ’ τον ιερό Ελικώνα. Κι αυτά τα λόγια πρώτα μου αφηγήθηκαν οι Μούσες οι Ολύμπιες, οι κόρες του Δία του Αιγίοχου: «πως εμείς οι αγριοβοσκοί, οι ξεδιάντροποι, που είμαστε μόνο κοιλιές, ξέρουμε ψέμματα πολλά να λέμε που μοιάζουν με αλήθειες, αλλά ξέρουμε, αν το θέλουμε να λέμε και την αλήθεια». Έτσι μίλησαν οι κόρες του μεγάλου Δία με λόγια καθαρά και κόβοντας ένα κλαρί δάφνης, γεμάτο βλαστούς, μου τόδωσαν σκήπτρο. Και μου ενέπνευσαν τραγούδι θεσπέσιο για να τραγουδώ τα μελλούμενα και τα περασμένα και με πρόσταξαν να υμνώ την αιώνια γενιά των μακαρίων, πρώτα όμως ν’ αρχίζω και να τελειώνω το τραγούδι μου μ’ αυτές.
Αλλά γιατί μιλάμε για πράγματα που δεν είναι Τόσο σημαντικά;