Απρ 082015
 

Ο έλληνας βοσκός στο τιμόνι του Hollywood

Θέλοντας να βοηθήσει την Ελλάδα και στον πολιτιστικό και τουριστικό τομέα έβαλε την δική του πινελιά, με χρώμα από Χόλιγουντ, στην προβολή της πατρίδας μας. Ήδη από το 1957 τοπία όπως η Ακρόπολη και τα Μετέωρα εμφανίζονταν σινεμασκόπ στις κινηματογραφικές αίθουσες όλου του κόσμου μέσα από την ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» ενώ το 1960 αποφάσισε να γυρίσει δύο ακόμη ταινίες στην Ελλάδα με θέμα η πρώτη τη μάχη των Θερμοπυλών («Οι 300 της Σπάρτης») και την ιστορία του Σπύρου Λούη («Συνέβη στην Αθήνα») η δεύτερη. Και για τις δύο ταινίες απαίτησε – σε πρωταγωνιστικούς ρόλους να είναι και Έλληνες ηθοποιοί


Για τον Σπύρο Σκούρα η γλώσσα δεν ήταν ποτέ το δυνατό του χαρτί. Οι Αμερικάνοι νόμιζαν ότι μιλούσε ελληνικά και οι Έλληνες στα αμερικάνικα. Είναι χαρακτηριστική η φράση του διάσημου ηθοποιού Μπομπ Χόουπ «Ο Σπύρος είναι εδώ (στην Αμερική) 20 χρόνια αλλά ακούγεται σαν να έρχεται την επόμενη εβδομάδα». Όμως αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο για να φτάσει στην κορυφή της αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας και να μπαινοβγαίνει στον Λευκό Οίκο και να συνομιλεί με ηγέτες από όλο τον κόσμο.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, και η αρχή βρίσκεται στο Σκουροχώρι του νομού Ηλείας ο Σπύρος Σκούρας μεγαλώνει μαζί με τα άλλα εννιά αδέλφια του και τους γονείς του που έβοσκαν πρόβατα για να θρέψουν τόσα στόματα. Τρία από τα αδέλφια ο Κάρολος, ο Γιώργος και ο Σπύρος βλέποντας πως ο κλήρος, ούτε καν το φαγητό, δεν φτάνει για όλους αποφάσισαν να μπαρκάρουν για την Αμερική. Είμαστε στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του περασμένου αιώνα και η Αμερική φάνταζε ως ο επίγειος παράδεισος για τους απόκληρους του κόσμου αυτού.

Αναζητώντας κάτι που να θυμίζει έστω και αμυδρά τα μέρη τους τα τρία αδέλφια έφθασαν πρώτα στο Σεντ Λιούις όπου και συγκέντρωσαν τα πρώτα τους χρήματα δουλεύοντας εδώ και εκεί. Είτε ως σοφέρ, είτε ως πορτιέρηδες ή μπάρμαν σε κεντρικά ξενοδοχεία είτε ακόμη και ως πωλητές ποπ κορν σε κινηματογραφικές αίθουσες.

H τελευταία δραστηριότητα έμενε να είναι η αρχή μίας ανοδικής πορείας που ο επίλογος της θα γραφόταν πάντοτε στις σκοτεινές αίθουσες. Με το ποσό των 3.500 δολαρίων – ποσό που ακούγεται αστείο σήμερα αλλά αντιστοιχούσε σε μία μικρή περιουσία το 1914 – που συγκέντρωσαν τα τρία αδέλφια, αλλά και την βοήθεια άλλων ομογενών θα χτίσουν τον κινηματογράφο Olympia στον αριθμό 1420 της οδού Μάρκερ. Στην αίθουσα αυτή με τα χρόνια προστέθηκαν και άλλες και έτσι δημιουργήθηκε η αυτοκρατορία της Skouras Brothers Co η οποία δέκα χρόνια μετά το ξεκίνημα των κινηματογραφικών τους δραστηριοτήτων έφθανε να τζιράρει 400.000 δολάρια τον χρόνο μέσα από τις 30 κινηματογραφικές αίθουσες που διέθετε, σχεδόν το σύνολο των σινεμά του Σεντ Λιούις.

Όμως δεν σταμάτησαν εκεί, επόμενο μεγάλο βήμα ήταν η απόκτηση του εντυπωσιακού συγκροτήματος 17 ορόφων Ambassador Theater έναντι 5,5 εκατ. δολαριών το 1926. Όμως στην γωνία παραμόνευε το κράχ και ο προπομπός των multiplex βρέθηκε στα χέρια της παντοδύναμης Warner Bros.

Μέσα από αυτή την θεωρητικά ατυχή γνωριμία οι δρόμοι των τριών αδελφών χώρισε, Κάρολος και Γιώργος (Τσαρλς και Τζορτζ πλέον) συνέχισαν στην ανάπτυξη κινηματογραφικών αιθουσών ενώ ο Σπύρος ανέλαβε υπεύθυνος του κυκλώματος κινηματογραφικών αιθουσών της Warner. Για δεύτερη φορά ξεκίνησε ένας νέος κύκλος ανέλκυσης που τον οδήγησε το 1942 στην θέση του προέδρου της 20th Century Fox. To αμερικανικό όνειρο σε όλο του το μεγαλείο, ο μικρός βοσκός από το Σκουροχώρι της Ηλείας με τα αγγλικά σε άπταιστη ελληνική προφορά γίνεται ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες της αμερικανικής ζωής αν σκεφτούμε την δύναμη που είχε ο κινηματογράφος τότε (σ.σ. η τηλεόραση δεν είχε εισβάλει μαζικά ακόμη).

Ο «μπαμπάς» της Μέρλιν

Ο κινηματογράφος θα του χρωστάει πάντα την ανάδειξη της Μέρλιν Μονρό στον ρόλο της φλογερής πρωταγωνίστριας (στις ημέρες του δημιουργήθηκαν το «Οι άντρες προτιμούν τις ξανθιές» και το «Επτά χρόνια φαγούρα»). Ήταν αυτός που έπεισε την Νόρμα Τζιν Μόρντενσον να υπογράψει συμβόλαιο διαρκείας με την 20 Century Fox πολύ πριν ο πολύς κόσμος την γνωρίσει ως Μέριλιν. Η σχέση του με την ξανθιά ντίβα υπήρξε πολύ δυνατή καθώς ο Σκούρας ανέλαβε να διορθώσει τα περισσότερα από τα κακώς κείμενα στη ζωή της ασταθούς σταρ, ενώ εκείνη τον φώναζε «Papa Skouras» ακόμη και όταν ο ισχυρός άνδρας της φερόταν σκληρά. Οι φήμες θέλουν την Μονρό να βρίσκει στο πρόσωπο του Σκούρα την πατρική φιγούρα που πάντοτε αναζητούσε, χαρίζοντας του για αντάλλαγμα μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του.

Την ίδια όμως στιγμή ο Σπύρος Σκούρας καλούνταν να δώσει την μάχη του απέναντι στην τηλεόραση που άρχισε να μπαίνει στα σπίτια των Αμερικάνων. Δικό του ήταν το σλόγκαν «Οι ταινίες είναι καλύτερες από ποτέ» ενώ για να σηκώσει και τους τηλεθεατές από τους καναπέδες των σπιτιών τους και την μικρή οθόνη μεγάλωσε και άλλο την ήδη μεγάλη οθόνη μέσω της τεχνικής του σινεμασκόπ. Η πρώτη ταινία δεν ήταν άλλη από τον «Χιτών» της 20 Century Fox και σύντομα μετά από την αποδοχή του κοινού όλες οι ταινίες «γυρίζονταν» με την τεχνική αυτή.

Όμως ο Σκούρας δεν έμεινε μόνο στον κινηματογράφο, η καλύτερα χρησιμοποίησε τον κινηματογράφο για να εδραιώσει την θέση του και σε άλλους τομείς κοινωνικούς και πολιτικούς. Κατ’ αρχάς ενίσχυσε τις επαφές του με την ελληνική ομογένεια κυρίως μέσω της εκκλησίας. Ήδη από το ’42 (Στις 14.3.1942 τερματίζεται η Συνδιάσκεψη της Ρώμης με την υπογραφή και του κατοχικού δανείου)και μέσω της επιρροής που είχε στην αμερικανική κυβέρνηση κατάφερε και έστειλε βοήθεια στον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό μέσα στην κατοχή, ενώ σύμφωνα με πληροφορίες καθοριστικός ήταν και ο ρόλος του, μετά από μία επίσκεψη στην πατρίδα το ’48, στην λήξη του εμφυλίου πολέμου, μετά από ενίσχυση των κυβερνητικών δυνάμεων που ζήτησε από τους Αμερικάνους.

Η φιλία με τον Χρουτσόφ

Την περίοδο που πρόεδροι ήταν ο Νίξον και ο Αϊζενχάουερ μπαινόβγαινε με ευκολία στον Λευκό Οίκο ενώ ο τελευταίος του ανέθεσε την ξενάγηση στο Χόλιγουντ του σοβιετικού ηγέτη Νικήτα Χρουτσόφ όταν αυτός βρέθηκε σε επίσημη επίσκεψη στις ΗΠΑ. Μεταξύ Χρουτσόφ και Σκούρα δημιουργήθηκε μία στενή φιλία η οποία διήρκεσε για χρόνια καθώς οι δύο τους είχαν αρκετά κοινά στοιχεία. Ο Καζάν είχε χαριτολογώντας: Ο ένας μάζευε τον κόσμο στις σκοτεινές αίθουσες για ψυχαγωγία κι’ ο άλλος στις πλατείες για επανάσταση. Οι δημοσιογράφοι της εποχής έγιναν μάρτυρες και ενός «εμπνευσμένου» διαλόγου μεταξύ των δύο ανδρών. Για να πειράξει τον Χρουτσόφ ο Σκούρας του είπε: «Σύντροφε, ήμουν τσοπανόπουλο και να που έφτασα. Διαφεντεύω χιλιάδες εργαζόμενους, που ο καθένας τους έχει δικό του αυτοκίνητο. Και τις ταινίες μου βλέπουν εκατομμύρια σε όλο τον κόσμο». Η πληρωμένη απάντηση του Χρουτσόφ ήταν: » Εγώ ήμουν γιος ανθρακωρύχου και τώρα κυβερνάω 350 εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν δωρεάν σπίτι, παιδεία και νοσοκομείο».

Θέλοντας να βοηθήσει την Ελλάδα και στον πολιτιστικό και τουριστικό τομέα έβαλε την δική του πινελιά, με χρώμα από Χόλιγουντ, στην προβολή της πατρίδας μας. Ήδη από το 1957 τοπία όπως η Ακρόπολη και τα Μετέωρα εμφανίζονταν σινεμασκόπ στις κινηματογραφικές αίθουσες όλου του κόσμου μέσα από την ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» ενώ το 1960 αποφάσισε να γυρίσει δύο ακόμη ταινίες στην Ελλάδα με θέμα

Ηταν η ταινία που είδε μικρός ο Φρανκ Μίλερ και δημιούργησε το κόμικς στο οποίο βασίστηκε η κινηματογραφική ταινία των «300» που γύρισε το 1962 ο Σπύρος Σκούρας, ο μικρός βοσκός από το Σκουροχώρι της Ηλείας

η πρώτη τη μάχη των Θερμοπυλών («Οι 300 της Σπάρτης»)


και την ιστορία του Σπύρου Λούη («Συνέβη στην Αθήνα») η δεύτερη. Και για τις δύο ταινίες απαίτησε – και ποιός μπορούσε να του αρνηθεί – σε πρωταγωνιστικούς ρόλους να είναι και Έλληνες ηθοποιοί και κάπως έτσι η Άννα Συνοδινού και η Ξένια Καλογεροπούλου έγιναν γνωστές και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Επειδή όμως όλα τα ωραία πράγματα φτάνουν κάποια στιγμή στο τέλος τους, το κινηματογραφικό τέλος για τον Σπύρο Σκούρα, ήρθε μετά από την αποτυχία της «Κλεοπάτρας» με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ μία ακριβή παραγωγή που δεν απέφερε τα αναμενόμενα. Τιμητικά διατήρησε την θέση του ως πρόεδρος στην 20th Century Fox έως το 1969 όμως ο ίδιος είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στην ναυτιλία. Έναν τομέα στον οποίο βρέθηκε τυχαία από τις αρχές της δεκαετία του ’50. Πως; Ο Στίβεν Ντ. Στεφανίδης, ιδιοκτήτης της Prudential Lines αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ζήτησε την βοήθεια του με αντάλλαγμα την πώληση μετοχών της ναυτιλιακής του εταιρίας. Με τον ξαφνικό θάνατο του Στεφανίδη ο Σκούρας βρέθηκε μοναδικός μέτοχος στην εταιρεία και έτσι, και με την βοήθεια του γιου του – Σπύρος Σκούρας ο νεώτερος – ο οποίος είχε τότε υπό τον έλεγχο του περισσότερες από 75 κινηματογραφικές αίθουσες στην Νέα Υόρκη, ρίχτηκαν δυναμικά στην ναυτιλία δημιουργώντας έναν από τους μεγαλύτερους στόλους.

Λίγο πριν κλείσει τα 80 του χρόνια, ο Σπύρος Σκούρας πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 16 Αυγούστου του 1971. Οι καμπάνες της Αγίας Σοφίας στο Λος Άτζελες (ενός από τους μεγαλύτερους ελληνορθόδοξους ναούς στον πλανήτη), της εκκλησίας που έχτισε μαζί με τα δύο του αδέλφια ως εκπλήρωση του τάματος στο Θεό αν αυτός τους ευλογούσε με επιτυχία στην καινούργια τους ζωή, χτυπούσαν πένθιμα για να τιμήσουν τον παντοδύναμο μετανάστη που δεν έχασε την αυθεντικότητα του. Αυτόν που έκανε ακόμη και τον ίδιο τον Ωνάση να πει «Αυτός ο βλάχος στέκεται ψηλότερα από κάθε άλλο Έλληνα που διέπρεψε στη ξενιτια: Ο Τζιμ Λόντος είχε το ταλέντο του παλαιστή, ο Nick the Greek του χαρτοπαίκτη, ο Νιάρχος κι εγώ ξέραμε γράμματα, μιλούσαμε γλώσσες, προερχόμασταν από οικογένειες εμπόρων. Ο Σπύρος και τ’ αδέλφια του έβοσκαν πρόβατα, ήσαν αγράμματοι και ποτέ δεν έμαθαν καλά ούτε ελληνικά, ούτε εγγλέζικα. Και μόνο ότι αυτά τα βαλτοβατραχάκια τα έβαλαν με σκυλόψαρα του ωκεανού και νίκησαν, τα λέει όλα».
Πηγή…

Προτείνουμε:

 Leave a Reply

(υποχρεωτικό)

(δεν δημοσιεύεται)

...