Φεβ 232015
 

ΑΔΡΙΑΝΟΣ222

Ο ΛΥΚΤΟΣ (ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΤΑΡΙΟΥ). Απόσπασμα ενός υπέροχου υπό έκδοση βιβλίου!

261624_516558521740133_1837307401_n.jpgADRIAN BEZOUGLOF 2012-13

ΑΔΡΙΑΝΟΣ ΜΠΕΖΟΥΓΛΩΦ 2012-13 

 

Το μυστήριο της Κρήτης είναι βαθύ – όποιος πατήσει στο νησί τούτο 
νοιώθει μυστηριώδη δύναμη ζεστή, αγαθή να διακλαδίζεται στις φλέβες 
του και τη ψυχή του να μεγαλώνει . . . 

Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στο Γκρέκο», 1961. 

 
Ο ΛΥΚΤΟΣ (ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΤΑΡΙΟΥ)  
ΣΗΜΕΙΩΣΗ 
Η ύπαρξη ενός άλλου σύμπαντος παράλληλου με του δικού μας δεν είναι ένα δημιούργημα της επιστημονικής φαντασίας. Κορυφαίοι επιστήμονες όπως ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής, Νίκολα Τέσλα και ο  Ελί Καρτάν έχουν υποστηρίξει αυτή την ιδέα βασιζόμενοι στην στρέβλωση της καμπυλότητας του χωροχρόνου. 

Chapter one       Η Χαρουπιά  

» Θα με κρατήσει αυτό το κλαδί » …. τη στιγμή που το έπιασε ακούστηκε ένας κεραυνός, μετά απο λίγο το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του άρχισε να υποχωρεί. Το κλαδί έσπασε. Η πλαγιά του βουνού που βρισκόταν ήταν χαλασσάς. Αμέτρητες πέτρες κατρακυλούσαν και ήταν δύσκολο να κρατηθεί κάποιος όρθιος εκεί. Κατρακύλισε μερικά μέτρα. Κατάφερε κατά κάποιο τρόπο να σκαλώσει μέσα στο χαλίκι και κάτι που βρισκόταν κάτω απ’το πόδι του τον κράτησε. Αφού βεβαιώθηκε πως ήταν ασφαλής κοίταξε τον ουρανό. Δεν υπήρχε ούτε ένα σύνεφο και ο ήλιος έκαιγε. Κοίταξε το δεξί του πόδι που ήταν σφηνωμένο στα χαλίκια. Δίπλα στο πόδι του υπήρχε κάτι που έμοιαζε μεταλλικό και εξήχε απο το έδαφος.

Ήταν ένα μεγάλο στρογγυλό αντικείμενο. Στην πλευρά που φαινόταν διέκρινε ένα μεγάλο ζώο που έμοιαζε με ταύρο. Προσπάθησε να το απελευθερώσει απο το έδαφος. Έσκαψε ολόγυρα του. Το τράβηξε με προσοχή και προσπάθησε να το καθαρίσει. Οι υποψίες του είχαν επιβεβαιωθεί. Ήταν κάτι που έμοιαζε με ασπίδα. Στο κέντρο είχε ενα σύμβολο που του φάνηκε γνωστό. Γύρω του υπήρχε παράσταση. Στην άλλη πλευρά υπήρχε ένας διπλός πέλεκυς και μία λαβή. Δεν θυμόταν να είχε συναντήσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Δεν ήταν ασπίδα. Είχε διάμετρο δέκα ίντσες περίπου. Το έδαφος υποχώρησε για άλλη μια φορά. Βρέθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω. Το αντικείμενο παρέμεινε στη θέση του. Με πείσμα προσπάθησε να το φτάσει ξανά. Τα κατάφερε. Το πήρε μαζί του. Σκαρφάλωσε σε πιό ασφαλές μέρος. Έφτασε στη ρίζα μιας χαρουπιάς. Έβγαλε μερικές φωτογραφίες το αντικείμενο. Έσκαψε ένα λάκο στη ρίζα του δέντρου με τα χέρια και το έθαψε εκεί. Έστρωσε μερικά κλαδιά και πέτρες απο πάνω για να μην φαίνεται το σκάψιμο. Έβγαλε το GPS που είχε στο σακίδιο πλάτης του. Σημάδεψε τη θέση. 
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΜΗΚΟΣ …. 
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΠΛΑΤΟΣ …..  
Κοίταξε τον Κόφινα, την ψηλότερη κορφή των Αστερουσίων.  
Ένας βράχος στον ουρανό.  

Δεν είχε βαδίσει πάνω από είκοσι μέτρα από το σημείο αυτό όταν το έδαφος άρχισε να υποχωρεί και πάλι. Αυτή τη φορά γλίστρισε για τα καλά και κατέληξε να σταματήσει πάνω σε ένα βράχο. Το χτύπημα ήταν σφοδρό. Το άρωμα του κρόκου που φύτρωνε στήν πλαγιά ήταν μεθυστικό.  
Κύπειρος, Κρίταμον, Μίνθη και Κρόκος αργόκαιγαν στην ιεροπραξία.     
Το αίμα του ζώου έρεε πάνω στην τράπεζα προσφορών. Το ζώο ήταν δεμένο, σχεδόν ακίνητο και αποκεφαλισμένο. Μια αρτηρία πάλονταν στο λαιμό του. Αχνός ανάδευε από το αίμα που χυνόταν στο ρυτό. Ο ιερέας έψελνε για την ψυχή του ζώου που εγκατέλειπε το σώμα.  

» Από το σκοτάδι γεννιόμαστε και σε αυτό καταλήγουμε για να επιστρέψουμε. Όλα είναι κύκλος. »  Ο μύστης γονατιστός απέναντι από το ξόανο της θεάς. Ο δεύτερος ιερέας παίρνει το ρυτό και με τελετουργικά βήματα γυρνάει αργά γύρω απο το ξόανο και το μύστη και αφήνει να τρέξει το αίμα του ζώου στο πάτωμα του ναού ελευθερόνωντας την τρύπα στο κάτω μέρος του ρυτού. Λούζει τον μύστη με το ζεστό αίμα του ζώου. Οι κραυγές του ακούγονται έξω απο το τελεστήριο. Ο μύστης πέφτει με σπασμούς στο έδαφος. Οι ιερείς τον ρίχνουν στη δεξαμενή καθαρμών. Λούζεται με κρύο νερό. Ξαναγεννιέται. Φως εισβάλει στο χώρο από τις δίφυλες πόρτες που ανοίγουν. 
» Άξίερος! Άξίερος! «. 

Chapter two        Το Δίκταμο 

Η Salvia βούτηξε για δεύτερη φορά στο ίδιο σημείο με την ελπίδα πως σήμερα δεν θα ενοχλούσε τη φώκια που μπαινόβγαινε στην υπόγεια σύραγγα που είχε ανακαλύψει στην πρώτη κατάδυση. Πλησίασε το στόμειο της σύραγγας. Φαινόταν κατασκευασμένη. Μπήκε μέσα, προχώρησε περίπου πενήντα μέτρα μέσα στο βράχο του Λιονταριού. Αρχισε να νοιώθει μια περίεργη ανατριχίλα σε όλο της το κορμί και να αισθάνεται μία περίεργη παρουσία κοντά της. Γύρισε και κοίταξε πίσω της πολλές φορές. Ήθελε να βεβαιωθεί πως τίποτα και κανένας δεν την ακολουθούσε.

Το νερό ήταν πολύ παγωμένο σε αυτό το σημείο. Είχε φτάσει σχεδόν στο τέλος του τούνελ. Έριξε το φως του φακού της ολόγυρα. Στο πάτωμα βρισκόταν ένα πηγάδι. Έφτασε στο στόμιο. Ηταν ένα ακόμα πέρασμα. Υπολόγισε το βάθος . Είκοσι μέτρα. Αποφάσισε να μπεί. Στα δέκα μέτρα στο πλάϊ υπήρχε κι άλλο τούνελ. Μπήκε και σ’ αυτό. Οδηγούσε σε ένα υπόγειο σπήλαιο εξαιρετικής ομορφιάς. Υπήρχε αέρας και λίγο πιο πέρα μια μεγάλη σπηλαιώδης αίθουσα. Έμοιαζε λαξεμένη στο βράχο. Βγήκε στην επιφάνεια του νερού. Στη μία άκρη είχε σχηματιστεί μιά  μικρή παραλία. Κάτι έμοιαζε να κινείται πάνω στα βότσαλα. Έβγαλε τα βατραχοπέδιλά της και τις μπουκάλες οξυγόνου και τα άφησε στην άκρη. Έριξε το φώς της στην άκρη της παραλίας. ‘Ηταν ένα νεογέννητο φωκάκι.  

» Μπλέξαμε »  σκέφτηκε. Προσπάθησε να μην το τρομάξει. Οι κινήσεις της ήταν αργές. Κοίταξε το θόλο του σπηλαίου. Τα μάτια της γεύονταν αυτό που η φύση είχε φροντίσει εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Η παραλία ήταν καμιά δεκαριά μέτρα πλάτος και άλλα τόσα μήκος. Στο κέντρο της παραλίας υπήρχαν δύο τεράστιες βάσεις διπλών πελέκεων, ένας βωμός σαν ένα στρογγυλό τραπέζι από μάρμαρο με μια σκαλισμένη βάση σαν κίονας στο ύψος ενός κανονικού τραπεζιού. Αμέτρητα όστρακα (κομμάτια από σπασμένα αγγεία) υπήρχαν σε σωρούς. Στο βωμό ήταν τοποθετημένος ένας σταυρός από ορεία κρύσταλο ισοσκελής. Αυτός που ονομάζεται Ελληνικός. Πίσω απ’το βωμό ένας τοίχος κατασκευασμένος από αλαβάστρινες πλάκες με εσοχές για τοποθέτηση αντικειμένων ανάγλυφος από την υγρασία. Κάποια αντικείμενα είχαν παραμείνει στη θέση τους. Κάποια είχαν πέσει. Πάνω από τον αλαβάστρινο τοίχο  μια κατασκευή που έμοιαζε με μετώπη  φτιαγμένη από άλλο υλικό. Και εδώ υπήρχαν εσοχές αλλά δεν υπήρχαν αντικείμενα.

Στην τελευταία εσοχή δεξιά  μια σειρά απο πήλινους δίσκους  ο ένας δίπλα στον άλλο όπως τα βιβλία στη βιβλιοθήκη.  
» Αδύνατον » σκέφτηκε. Μέτρησε δεκαεπτά δίσκους.  

» Ο δίσκος της Φαιστού! Έχουν βρεθεί κι΄ άλλοι αλλά είναι αργές οι διαδικασίες εκδοσής τους »  Τράβηξε έναν. Στο κέντρο είχε έναν ρόδακα. Άρχισε να μελετάει τα ιερογλυφικά γύρω του. Ήταν διαφορετικό το κείμενο από τον δίσκο της Φαιστού. Ξαφνικά άκουσε κάτι να κολυμπάει στη σπηλιά πίσω της. Ήταν η φώκια. Έβαλε τον δίσκο πίσω στην εσοχή του. Η φώκια είχε βγεί στην παραλία και πλησίαζε απειλητικά. Η Salvia άρχισε να κινείται προς την άλλη μεριά της παραλίας. Η φώκια άρχισε να δείχνει τα δόντια της. Η Salvia πήρε τα βατραχοπέδιλά της αλλά η φώκια αιφνιδιαστικά την άρπαξε απ΄ το πόδι και έσκισε τη στολή της στο κάτω μέρος. Της κατάφερε μια γερή δαγκωνιά. Βούτηξε στο νερό. Φόρεσε τα βατραχοπέδιλά της και υπολόγισε πως θα έβγαινε απο τα τούνελ με μία ανάσα. » Μπορώ να το κάνω «.

Η φώκια είχε πάει στο μικρό της αλλά η  Salvia δεν ήθελε να διακινδυνεύσει και άλλη επίθεση για να πάρει τις μπουκάλες της. Πριν βουτήξει ένοιωσε το κάτω μέρος του ποδιού της να μουδιάζει. Αιμορραγούσε. Έβγαλε το μαχαίρι που είχε στη θήκη του ποδιού της. Έκοψε ένα κομμάτι από τη στολή της και έδεσε το πόδι της για να σταματήσει την αιμορραγία. Πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε. Βγήκε εξαντλημένη στην επιφάνεια του νερού και κολύμπησε με τις τελευταίες της δυνάμεις ως την παραλία του Δισκού. Έφτασε στην παραλία και έχασε τις αισθήσεις της.

Πιο πέρα μια ομάδα κοριτσιών είχε κατέβει απ΄ τον οικισμό για μπάνιο. Μια κοπελιά την πλησίασε » Τελέθουσα! , Τελέθουσα! Είσαι καλά; « Άρχισε να φωνάζει για βοήθεια. Την περιτριγύρισαν κι’ άλλες  κοπελιές. Φορούσαν όμορφα υφάσματα και περίτεχνα κοσμήματα. » Μα! Μα! Η Τελέθουσα έχει λιποθυμίσει και αιμορραγεί! » Η Μα πρόσταξε να τη φέρουν στο σκέπαστρο. Την ξάπλωσαν και περιποιήθηκαν την πληγή της. Ένοιωσε κάτι γλυκό στην αναπνοή της . Δίκταμο. Βρήκε τις αισθήσεις της. Η Μα την κοίταξε με τα τεράστια μάτια της και της είπε   
» Πρέπει να φτιάξουμε αυτή την πληγή κόρη μου. Πρέπει να είσαι έτοιμη για τα Εκδύσια σε λίγες μέρες «.    

Chapter three         Ο Κρίνος 

Στο Μαθιό άρεσε να παρακολουθεί τα νεαρά κριάρια να ανταγωνίζονται. Είχε ένα αγαπημένο το οποίο είχε γεννηθεί με μαύρες κηλίδες στην πλάτη και έτσι ήταν εύκολο να το ξεχωρίσει απ’ τα υπόλοιπα. Εκείνη τη μέρα ένα άλλο κριάρι κατάφερε να νικήσει τον Κρίνο. Έτσι ονόμαζε ο Μαθιός το νεαρό κριάρι επειδή οι κηλίδες στην πλάτη του του θύμιζαν τους κρίνους στα Παλάτια του Μίνωα. 

 » Τι κουτουλίδια ήταν αυτά! »  
Ο ήχος από τους χτύπους των κεράτων αντιχούσε στα βουνά. Το χνότο των ζώων και οι ήχοι που έβγαζαν ήταν τρομακτικά. Η αδρεναλίνη τα είχε πνίξει. Ο Κρίνος ήταν ζαλισμένος από τα χτυπήματα. Ακολούθησε ο ατιμασμός του. Έφυγε από το κοπάδι, πήρε το μονοπάτι για τις σπηλιές και εξαφανίστηκε. Ο Μαθιός έτρεξε ξωπίσω του.

Στην άλλη μεριά υπάρχει ένα δαιδαλώδες σύμπλεγμα σπηλαίων πίσω απ’ τον Τράχουλα. Είδε τον Κρίνο να μπαίνει μέσα και του σφύριξε. Το κριάρι γύρισε και τον κοίταξε. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, έτρεμε ολόκληρο και η ανάσα του έβγαζε έναν ρόγχο απόκοσμο. Μπήκε στην τρίτη σπηλιά με το πιο στενό πέρασμα.

Στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας υπάρχει ένας λίθος στρογγυλός σαν τραπέζι. Πάνω του  διάφορες πέτρες σαν αλατσίτες. Το φώς είναι απειροελάχιστο. Ο Μαθιός σαν τυφλός μπαίνει στην αίθουσα με προσεχτικά βήματα. Του παίρνει λίγη ώρα για να αρχίσει να διακρίνει τον περιβάλλοντα χώρο. Ξαφνικά αρχίζει να βλέπει τον Κρίνο σαν μέσα από ένα λαβύρινθο με καθρέφτες. » Παναγία μου! » είπε και έκανε το σταυρό του. Ο κρίνος πήδηξε πάνω στο τραπέζι. Μιά απ’ τις πέτρες έπεσε και μιά ηλεκτρική εκκένωση εξωστρακίστηκε στον τοίχο. Με αστραπιαία ταχύτητα το φως πέρναγε απ’ τον ένα τοίχο στον άλλο δημιουργώντας ένα σύννεφο με απόκοσμο πράσινο φώς στο εσωτερικό του σπηλαίου. Ο κρίνος το έσκασε από την είσοδο με όση δύναμη του είχε απομείνει. Ο Μαθιός έκανε το σταυρό του και γονάτισε. ¨ Η Παναγία » σκέφτηκε. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του.

Είχε ακούσει διηγήσεις ψαράδων που έλεγαν πως από τις σπηλιές βγαίνουν μπάλες από φώς το βράδυ και μέσα βρίσκεται η Παναγία που τους φανερώνεται. Ένοιωθε ευλογημένος που κατάφερε να τη δει και αυτός. Συγκινημένος βγήκε αργά απ΄ το σπήλαιο. Ηλεκτρομαγνητικά κύματα, εκκενώσεις και φώς διαπερνούσαν το σώμα του. Ένα σύννεφο είχε σχηματιστεί στο βουνό από πάνω σάν δαχτυλίδι γύρω του. Ο Κόφινας στο κέντρο. Το σύννεφο χύνονταν αργά πάνω στο δάσος με τα πεύκα ως τη θάλασσα. 

Μπήκε στο αγροτικό του αυτοκίνητο και ξεκίνησε να βρει τον καλόγερο και πνευματικό του. Στο δρόμο για το μοναστήρι στο μεγάλο χαλασσά είδε έναν άνδρα πάνω σε ένα βράχο στο γκρεμό λίγα μέτρα πιο κάτω. Σταμάτησε και του φώναξε   
» Ε μωρέ, ήντα κάνεις ατά; »  

Η ηχώ της φωνής του ακούστηκε ως το μοναστήρι. Ο άνδρας δεν κουνήθηκε. Ο Μαθιός χωρίς πολύ σκέψη έδεσε ένα σχοινί στό αγροτικό και κατέβηκε το χαλασσά. Έφτασε τον άνδρα, τον έδεσε με το σχοινί και τον έβαλε στους ώμους του σαν ερίφιο. Ανέβηκε ως το αυτοκίνητο με τη βοήθεια του σχοινιού και πολύ δύναμη. ΄Εβαλε τον άνδρα στην καρότσα και τον πήγε στη στάνη. Έβαλε φωτιά, ζέστανε λίγο γάλα και πρόσθεσε μερικά βότανα. Η μυρωδιά  ξύπνησε τον άνδρα.  

» Που είμαι; »   
» Στα Αστερούσια » απάντησε ο Μαθιός ενώ του ετοίμαζε μια κούπα με το μείγμα. Μύριζε υπέροχα. Ο άνδρας το πήρε στα χέρια του και το δοκίμασε  
» Τι είναι; »  
» Ερωντας » Το ήπιε πολύ γρήγορα.  
» Πως αισθάνεσαι; »  
» Πονάει το κεφάλι μου αλλά δεν φαίνεται να έχω σπάσει τίποτα. »  
» Ήντα γύρευες μωρέ κουζουλέ στο χαλασά; »  
» Μου αρέσει να περπατάω στα βουνά και να βγάζω φωτογραφίες. Το σακίδιό μου; »  
» Το άφησα στο αμάξι. » Σηκώθηκε έντρομος αλλά δεν είχε δυνάμεις.  
» Ξάπλωσε, θα πάω να στο φέρω εγώ. » Ο Μαθιός γύρισε με το σακίδιο. Το GPS ήταν στη θέση του.  
» Σ’ ευχαριστώ που με έσωσες. Με λένε Αλέξανδρο Αδριανόπουλο »  
» Μαθιός Σηφάκης, χάρηκα. » Οι δύο άντρες έδωσαν τα χέρια.  
» Πέσε να ξεκουραστείς. Πρέπει να δέσουμε αυτή την πληγή.Το κουζουλό αίμα ήφυγε «. Έφερε ένα καθαρό πανί και το τύλιξε γύρω από το χέρι του Αλέξανδρου.  
» Σ’ ευχαριστώ για όλα. »  
» Μην ευχαριστείς εμένα. Η Παναγία με οδήγησε και σε βρήκα. Μου φανερώθηκε στη σπηλιά. Μετά τα Καπετανιανά κοντά στον Τράχουλα εμφανίζεται η Παναγία το βράδυ αλλά σ’ εμένα εμφανίστηκε τη μέρα. Μόνο να πας να ανάψεις ένα κερί φίλε σε μιά εκκλησία. Εκείνη σε έσωσε. »  

Ο Αλέξανδρος δεν ήθελε και δεν μπορούσε να μπει σε διαλεκτική για την πίστη και τις θρησκείες. Ήταν πραγματιστής. Ερευνούσε τα πάντα και δεν πειθόταν εύκολα. Χαλάρωσε πολύ και αποκοιμήθηκε. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε μέσα ο Μαθιός ντυμένος διαφορετικά. Φορούσε ένα μεγάλο δαχτυλίδι και κρατούσε μια πινακίδα. » Ίφη για κοίτα εδώ. Σάρδιο, Αχάτης και Αμέθυστος είναι σωστά. Ήλεκτρο, Κύανο και Ορεία Κρύσταλος έπρεπε να πάνε στη Φαιστό και όχι στην Κνωσσό! Πώς έγινε αυτό το λάθος! «

Ο Αλέξανδρος έμεινε με το στόμα ανοιχτό, ασάλευτος. Ο Μαθιός που τώρα ήταν Διφθεροφόρος συνέχισε  
» Τι σου συμβαίνει; Από τότε που έγινες Βάκχος άλλαξες. Τι συνέβει στην Κνωσσό; Ποιός σου έδωσε την εντολή; » Ακούστηκε ένας κεραυνός. Έξω έβρεχε.  

Chapter four     Το Λιοντάρι 

Το ασθενοφόρο έφτασε στην παραλία του Δισκού για να πάρει τη Salvia. Το κάτω μέρος του ποδιού της ήταν τυλιγμένο με ένα πανί το οποίο κάλυπτε ένα κατάπλασμα από βότανα. Μια γυναίκα με τεράστια μάτια την κρατούσε απ’ το χέρι. Πήραν την κοπέλα για το Κέντρο Υγείας. Στο δρόμο ο νοσηλευτής ξετύλιξε το πανί από το πόδι της κοπέλας. Φαινόταν ένα πολύ σοβαρό τραύμα που για κάποιο περίεργο λόγο δεν αιμορραγούσε. Το ξανατύλιξε. Είχε ενημερώσει τους γιατρούς τηλεφωνικά για την κατάστασή της. Την περίμεναν. Την έβαλαν να ξαπλώσει στο χειρουργικό τραπέζι. 
» Θα σας κάνουμε τοπική αναισθησία για να το ράψουμε. Δεν θα πονέσετε καθόλου, όλα θα πάνε καλά » είπε ο γιατρός στα Αγγλικά. 
» Απο πού είστε; »  
» Από Βέλγιο » απάντησε η Salvia. Αφαίρεσε το πανί και της έπλυνε το πόδι. Πληγή δεν υπήρχε. Μόνο ένα κοκκίνισμα γύρω γύρω και λίγες εκδορές. Φώναξε το νοσηλευτή.  

» Δεν χρειάζεται ράψιμο. » Ο νοσηλευτής είχε σαστίσει. Κοίταξε και αυτός το πόδι.  
» Αδιανόητο «. Είχε δει με τα ίδια του τα μάτια οτι το τραύμα ήταν πολύ βαθύ. Ο γιατρός κοίταξε το νοσηλευτή με απογοήτευση. Η Salvia κοίταξε το πόδι της με απορία. Δεν είχε τίποτα. Τώρα μπορούσε να το κουνήσει. Ευχαρίστησε τους γιατρούς πήρε το πανί και ζήτησε ένα ταξί. Ήθελε να επιστρέψει στο Λέντα στο δωμάτιο που είχε νοικιάσει  πάνω από το ταβερνάκι με την εκπληκτική θέα. Ήθελε να βάλει τα πράγματα σε μία σειρά. Στο δρόμο σκεφτόταν » τι τόπος μαγικός είναι αυτός! «.

Μετά τον ποταμό Ληθαίο κάποιοι άνδρες έκαναν ασκήσεις σε ένα χωράφι στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Ήταν δύο ομάδες. Στη μία ήταν περίπου τριάντα άνδρες λευκοί με βαθύ μαύρισμα. Φορούσαν μπότες και ένα τύπο ζώματος. Στην άλλη ήταν καμιά δεκαριά, όλοι μαύροι. Δεν είχε δει πολλούς μαύρους ανθρώπους στην Κρήτη μόνο κάποιους τουρίστες. Ρώτησε τον ταξιτζή:  
» Γυρίζουν κάποια ταινία; »  
» Είναι όμορφος ο τόπος μας δεσποινίς » απάντησε ο ταξιτζής.

Στην αριστερή πλευρά του δρόμου είδε μιά ομάδα γυναικών. Ήταν κατάλευκες σαν να είχαν βάψει το πρόσωπο και το σώμα τους με κάποιο υλικό. Φορούσαν και αυτές ζώμα, είχαν ακάλυπτο στήθος και έσερναν  κατάμαυρους τεράστιους ταύρους.  
» Aurochs – Το είδος αυτό έχει εξαφανιστεί » σκέφτηκε. Οι νέοι και νέες πίσω απ’ το αυτοκίνητο είχαν ξεκινήσει τις ακρoβατικές ασκήσεις τους με τους ταύρους. Ο ταξιτζής συνέχισε μέσα απ’ τα Αστερούσια Όρη για το ψαροχώρι. » Τι σημαίνει Λέντας στα Ελληνικά;» ρώτησε τον ταξιτζή.  
» Λέντας, Λέωντας, Λιοντάρι «. απάντησε εκείνος. 

Έφτασαν στο ταβερνάκι. Ο Νικήτας και η Μαρία οι ιδιοκτήτες της ταβέρνας περίμεναν την Salvia με ανυπομονησία. Ο Νικήτας πλήρωσε το ταξί. Είχαν ανησυχήσει. Συζήτησαν για το περιστατικό.  
» Είχες δίκιο Νικήτα για το τούνελ. »  
» Αν το κάτεχα πως ήθελε να πάθεις κακό δεν θα σου τό’ λεγα. »  
» Ήταν μαγεία Νικήτα. Δεν βρίσκω λόγια να σε ευχαριστήσω. Θα τα πούμε το βράδυ. »  

Η Ευγενία η μαγείρισσα την πλησίασε και την ρώτησε  
» Τι να σου μαγειρέψω να φας το βράδυ κόρη μου; Τι τραβάει η όρεξη σου; » Την κοίταξε με τα τεράστια μάτια της. Η Salvia χαμογέλασε.  
» Κάτι μαγικό όπως πάντα με τα υπέροχα βότανά σου και την τέχνη σου «.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της συγκινημένη από το ενδιαφέρον των ξένων ανθρώπων. Σ’ αυτό τον τόπο ένοιωθε σαν να ήταν σπίτι της. Έβγαλε το πανί που είχαν τυλίξει το πόδι της. Ήταν σαν φουλάρι βαμμένο στις αποχρώσεις του κρόκου και είχε σταμπωτό ένα μοτίβο κρίνου που επαναλαμβανόταν κατά μήκος του υφάσματος σε κόκκινο. Το μύρισε, αρώματα άγνωστα αναδύθηκαν. Βυθίστηκε.

Η πρωθιέρεια είχε φορέσει την τελετουργική ποδιά της, είχε πιεί τον ιερό ζωμό και άπλωνε τα χέρια της στο μεγαλόστομο αγγείο μπροστά της. Γύρω της ακούγονταν να ψέλνουν οι άλλες ιέρειες επικλήσεις προς τη Ρέα. Μουσική απο αυλούς, θυμίαμα και αρώματα συμπλήρωναν την ατμόσφαιρα. Στον ιερό λάκκο είχε σχηματιστεί μια δίνη ομίχλης.

» Σεβαστή Ρέα, Θυγατέρα του Πρωτογόνου με τις πολλές μορφές ! «

Αυτός ο στίχος ακούγονταν συνεχώς στην ιεροπραξία και δονούσε την ατμόσφαιρα. Η πρωθιέρεια τεντώνει τα χέρια της μέσα στο μεγαλόστομο αγγείο. Δύο φίδια αρχίζουν να τυλίγονται σ’ αυτά και ανεβαίνουν στο λαιμό της. Είναι έντονα κόκκινα και πορτοκαλί. Κατεβαίνουν απ’ το αντίθετο χέρι και στην πορεία μπερδεύονται. Καταλήγουν τυλιγμένα γύρω στα χέρια της. Από τα κεφάλια τους βγαίνουν οι διχαλωτές γλώσσες τους. Τα πιάνει απ’ το λαιμό και τα περιφέρει με κινήσεις αργές, χορευτικές στην αίθουσα. Σταματάει. Τεντώνει τα χέρια της στα πλάγια του σώματός της. Ένα περιστέρι βγαίνει από τον ιερό λάκκο και κάθεται στο κεφάλι της. Παραληρεί. Άναρθρες λέξεις βγαίνουν απ’ το στόμα της …. » Το ιερό άρμα της θεάς οδηγεί το λιοντάρι που φονεύει τον ταύρο. » Ένας κεραυνός σκάει στις κολώνες πίσω της. Μένει μαρμαρωμένη, με ρίγη σε όλο της το κορμί με τα χέρια στα πλάγια. Την υποβαστούν δύο ιέρειες.  
» Όταν θα ανατέλει ο κόρακας και δύουν οι ιχθύς, ο Λέωντας κι’ ό Σκύλος θα είναι στον ουρανό ! » 
 Μεταφέρει αργά τα φίδια στις νεαρές κοπέλες οι οποίες τα επιστρέφουν στο αγγείο τους. Η μία κλείνει με μία τελετουργική χειρονομία τα φίδια στο αγγείο με ένα μεταλλικό καπάκι.  
» Τον Κλάριο. Στην πόλη των Μαγνήτων. » 

Chapter five     Η Σορβιά (Τα Ιερά Μήλα) 

Οι μπαλωθιές που ακούστηκαν απ’ το βουνό και οι καμπάνες ξύπνησαν τον Αλέξανδρο απ’ το βαθύ ύπνο που είχε πέσει. Ντύθηκε και βγήκε έξω. Ο Μαθιός επισκεύαζε ένα φράχτη λίγο πιο κάτω. Τον χαιρέτησε και κοίταξε τον Κόφινα. Ο ήλιος τον τύφλωνε. Ο Μαθιός πλησίασε. 

 » Η γιορτή για τα Ιερά Μήλα » είπε και του περιέγραψε πως οι νέοι του χωριού κρεμιούνται στα απόκρημνα βράχια για να κόψουν τα φρούτα από τρείς δυσπρόσιτες μηλιές στο γκρεμό. Έτσι κερδίζουν τιμή, ευλογία και τη βοήθεια της Χάρης του Κοφίνου.  
» Τα μήλα τα λειτουργά ο παπάς στον Τίμιο Σταυρό, τα δίνει για αντίδωρο ή τα κρατάμε για φάρμακο και φυλαχτό αφού τα αποξηράνουμε. »  
» Τα καταγεγραμμένα ιερά δέντρα της Κρήτης υπερβαίνουν τα εκατό. Το θέμα με τα Ιερά Μήλα, τις Σορβιές δηλαδή, το είχε δημοσιεύσει ένα περιοδικό. Μου κίνησε την περιέργια και ανέβηκα να το δώ » Είπε ο Αλέξανδρος . Μπήκαν μέσα ενώ συζητούσαν. 

» Τα παλιά τα χρόνια έπρεπε νά ‘βλεπες » απάντησε ο Μαθιός. » Ερχόταν όλη η Μεσσαρά. Κανένας παπάς δεν λειτουργούσε στα χωριά. Όλοι οι πιστοί σκαρφάλωναν στα γκρεμνά και ερχόντουσαν εδώ εκείνη τη μέρα. Τότε ήταν οι βοσκοί πολλοί. Έφερναν πολλά ωζά για να φάει ο κόσμος. Τα έβαζαν δεμένα μπροστά στην εικόνα της Παναγιάς απ’ το πρωί και μέχρι να τελειώσει η λειτουργία είχε γεμίσει παντού ωζά. Μέσα στην εκκλησία ήταν ο παπάς οι ψάλτες και τα αρνιά. Ο κόσμος αφού σκαρφάλωνε στα απόκρυμνα μέρη για να φτάσει στο εκκλησάκι προσκυνούσε και εθώρουνε καθισμένος στα βράχια απ’ έξω. Αυτά φωνιάζανε και οι ψάλτες προσπαθούσανε να τα παραβγούνε – να ακουστεί το ψαλτήρι πάνω απο τα βελάσματα.»  

» Η Τελετή Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού συνδέει αναρίθμητες γενεές από την Μινωϊκή εποχή ως σήμερα. Έρχεται κατευθείαν από τη δενδρολατρεία των αρχαίων Κρητών όπως οι παραστάσεις στα δαχτυλίδια των Μινωϊτών. Στον ίδιο τόπο λάτρευαν και αυτοί. Το φαινόμενο όμως έχει εκλείψει εδώ και αρκετά χρόνια. Έμαθα από τότε που πήραν την τράπεζα προσφορών των Μινωϊτών. Εκεί όπου καθόταν ο λυράρης.»  

» Ανάθεμά τους την επήρανε και την εκλείσανε σε ένα κατώϊ στο αρχαιολογικό μουσείο στο Ηράκλειο. Μπορεί να αλλάξανε οι θεοί αλλά η πέτρα αυτή έστεκε. »  Μία έντονη πικρία έβγαινε απο τα λόγια του Μαθιού.  

Η παράδοση λέει πως με κάποιο τρόπο κατέληξε στον Κόφινα ένας Τίμιος Σταυρός με τρείς κεραίες που ανήκε στον Μέγα Κωνσταντίνο – Τριχάχαλος. Ο Σταυρός αυτός είχε μαγικές ιδιότητες καί χρησιμοποιούνταν στις μάχες ως υπερόπλο. Κάθε χρόνο στις 13 προς 14 Σεπτεμβρίου ο σταυρός αυτός ανεβαίνει στον ουρανό και αφού σταματήσει πάνω απ’ τον Κόφινα αρχίζει σιγά-σιγά να κινείται προς τον Ψηλορείτη. Την ίδια στιγμή ξεκινάει και απ’ τον Ψηλορείτη το τέταρτο Χαχάλι και προχωρεί πρός τον Κόφινα. Κάποια στιγμή τα δύο τμήματα συναντιούνται στη μέση της διαδρομής, ενώνονται για λίγο και έπειτα επιστρέφουν στίς θέσεις τους. Το θαύμα αυτό το έχουν δει χιλιάδες πιστοί. » 

» Έρχεσαι συχνά στα μέρη μας; »  
» Έχω έρθει πολλές φορές. Κάνω διακοπές στην Κρήτη. Έχω φίλους παντού. » 
 Ο Αλέξανδρος αισθανόταν πολύ καλύτερα ένοιωθε μόνο ένα ελαφρύ  μούδιασμα αλλά η πληγή στο χέρι του είχε κλείσει. Στο πρόσωπό του είχε απομείνει μια μελανιά και λίγες γρατζουνιές . Αφού έφαγαν ο Μαθιός τον κατέβασε ως το μοναστήρι όπου είχε αφήσει το τζίπ του. Οι δύο άνδρες έδωσαν τα χέρια και ο Αλέξανδρος οδήγησε πίσω για το σπίτι του στο Δισκό μέσα απ’ τα Αστερούσια Όρη. Στο δρόμο καθώς είχε περάσει τον Κόφινα νόμισε πως είδε μια κοπέλα ξαπλωμένη στη μέση του δρόμου. Σταμάτησε το αυτοκίνητο. Βγήκε έξω. Στο χωματόδρομο αντί για κοπέλα, υπήρχε ένα κομμάτι ύφασμα, κόκκινο. Το  έπιασε και την ώρα που το σήκωσε ένα βέλος πέρασε από μπροστά του παίρνοντας το πανί. Καρφώθηκε στόν κορμό ένος δέντρου λίγο πιο πέρα. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε ….. κάτι δεν πήγαινε καλά. Κοίταξε γύρω του αλλά δεν υπήρχε κανείς. Περίμενε αρκετή ώρα αλλά τίποτα δεν έγινε.

Πήγε στο δέντρο και πήρε μαζί του το βέλος και το πανί. Το ύφασμα ήταν καλύτερο από μετάξι είχε κρίνους διακοσμημένους με στάμπες. Το βέλος φαινόταν να είναι απομίμηση αρχαίου φτιαγμένο από φυσικά υλικά, αλλά δέν ήταν σίγουρος.

Επέστρεψε σπίτι. Διαισθανόταν πως κάποιος τον παρακολουθούσε. Το περιστατικό δεν ήταν τυχαίο. Οι Κρήτες ήταν οι καλύτεροι τοξότες στην αρχαιότητα τώρα πια δεν ασχολούνται με την τοξοβολία.  Κάποιος δήλωνε την παρουσία του με αυτό τον άκομψο τρόπο. Αν τον είχαν ανακαλύψει δεν θα τον είχαν αφήσει να ζήσει. Τι να σημαίνει άραγε η αναμονή αυτή;  

Έφτασε σπίτι και αφού, φόρτωσε τα δεδομένα από το GPS και τις φωτογραφίες στον υπολογιστή του, παρατηρούσε τις εικόνες του αντικειμένου που τώρα ήταν θαμμένο στη ρίζα της χαρουπιάς στην πλαγιά. Ετοίμασε ένα ζεστό μπάνιο. Λυκόφως έλουζε το δωμάτιο. Ένοιωθε το νερό να ρέει πάνω του αργά αργά. Ο χώρος  είχε γεμίσει υδρατμούς. Αισθάνθηκε πως ήταν γυμνός ξαπλωμένος στο δάπεδο του μπάνιου. Άρχισε να νοιώθει  έναν ανεξήγητο ερωτικό ερεθισμό στο κορμί του αλλά και μία παρουσία στο χώρο. Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε.

Μια έντονη μυρωδιά σαν άρωμα γαρύφαλλο παράξενα οικεία πλημμύρισε το χώρο. Κάτι κινούνταν στο πάτωμα δίπλα του. Για έναν ανεξήγητο λόγο δεν αισθανόταν κανένα κίνδυνο. Τώρα το ένοιωσε και απ’ την άλλη μεριά του σώματός του. Κάτι κινούνταν γύρω του. Σαν να ήταν το πάτωμα ζωντανό. Αφέθηκε βαθύτερα στο συναίσθημα που ένοιωθε. Μιά οργασμική έκρηξη στο σώμα του. Άρχισε να ανυψώνεται. Κοίταξε κάτω. Το πάτωμα είχε γεμίσει φίδια. Ήταν κόκκινα και πορτοκαλί.    

Chapter 6   Η λευκή κουκουβάγια

…………………………………..
Η συνέχεια όταν εκδοθεί το μυθιστόρημα…
Κρατήστε αυτό το απόσπασμα…
 
Ο Αλφειός ευχαριστεί τον φίλο Αδριανό, για την ΤΙΜΗ να δημοσιευτεί εδώ αυτό το μικρό απόσπασμα, του υπό έκδοση υπέροχου μυθιστορήματός του…

Προτείνουμε:

 Leave a Reply

(υποχρεωτικό)

(δεν δημοσιεύεται)

...